Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sultry
01
αποπνικτικός, βαρύς
(of the weather) characterized by intense heat combined with high levels of moisture
Παραδείγματα
Residents endured a week of sultry nights, with temperatures and humidity soaring.
Οι κάτοικοι υπέμειναν μια εβδομάδα αποπνικτικών νυχτών, με θερμοκρασίες και υγρασία να αυξάνονται.
02
αισθησιακή, γοητευτική
sexually alluring in appearance, voice, or atmosphere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sultriest
συγκριτικός βαθμός
sultrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her sultry gaze lingered across the room.
Το αισθησιακό της βλέμμα καθυστέρησε στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
sultrily
sultriness
sultry
sultr



























