Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sultry
01
αποπνικτικός, βαρύς
(of the weather) characterized by intense heat combined with high levels of moisture
Παραδείγματα
As the sun set, the sultry evening air enveloped the coastal town, creating a warm and muggy night.
Καθώς ο ήλιος έδυε, ο αποπνικτικός βραδινός αέρας περιέτριψε την παραθαλάσσια πόλη, δημιουργώντας μια ζεστή και υγρή νύχτα.
02
αισθησιακή, γοητευτική
sexually alluring in appearance, voice, or atmosphere
Παραδείγματα
She danced with sultry elegance, drawing every eye.
Χόρεψε με αισθησιακή κομψότητα, προσελκύοντας κάθε βλέμμα.
Λεξικό Δέντρο
sultrily
sultriness
sultry
sultr



























