sultry
sult
ˈsʌlt
salt
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "sultry"στα αγγλικά

01

αποπνικτικός, βαρύς

(of the weather) characterized by intense heat combined with high levels of moisture 
sultry definition and meaning
Παραδείγματα
Residents endured a week of sultry nights, with temperatures and humidity soaring. 

Οι κάτοικοι υπέμειναν μια εβδομάδα αποπνικτικών νυχτών, με θερμοκρασίες και υγρασία να αυξάνονται.

02

αισθησιακή, γοητευτική

sexually alluring in appearance, voice, or atmosphere 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sultriest
συγκριτικός βαθμός
sultrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her sultry gaze lingered across the room. 

Το αισθησιακό της βλέμμα καθυστέρησε στο δωμάτιο.

Λεξικό Δέντρο

sultrily
sultriness
sultry
sultr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store