Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Betel nut
01
καρύδι μπετέλ, αρέκα
seed of betel palm; chewed with leaves of the betel pepper and lime as a digestive stimulant and narcotic in southeastern Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
betel nuts



























