Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sugar daddy
01
ζαχαρομπαμπάς, sugar daddy
a rich older man who gives money or gifts to a younger partner for companionship or intimacy
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sugar daddies
Παραδείγματα
That sugar daddy paid for her luxury vacation.
Εκείνος ο sugar daddy πλήρωσε για τις πολυτελείς διακοπές της.



























