Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subsection
01
υποενότητα, παράγραφος
a smaller part of a section in a legal document or text
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subsections
Παραδείγματα
The rule is explained in subsection three.
Ο κανόνας εξηγείται στην υποενότητα τρία.
Λεξικό Δέντρο
subsection
section
sect



























