subsection
sub
ˈsʌb
sab
sec
ˌsɛk
sek
tion
ʃən
shēn
subjectionsubductionsubstation

Ορισμός και σημασία του "subsection"στα αγγλικά

01

υποενότητα, παράγραφος

a smaller part of a section in a legal document or text 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subsections
Παραδείγματα
The rule is explained in subsection three. 

Ο κανόνας εξηγείται στην υποενότητα τρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

subsection
section
sect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store