subsection
sub
ˈsʌb
sab
sec
sɛk
sek
tion
ʃən
shēn
/sʌbsˈɛkʃən/

Ορισμός και σημασία του "subsection"στα αγγλικά

01

υποενότητα, παράγραφος

a smaller part of a section in a legal document or text
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subsections
Παραδείγματα
The lawyer highlighted subsection ( 1 ) during the argument.
Ο δικηγόρος τόνισε την υποενότητα (1) κατά τη διάρκεια της επιχειρηματολογίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store