subject field
sub
ˈsʌb
sab
ject
ʤɪkt
jikt
field
fi:ld
fild

Ορισμός και σημασία του "subject field"στα αγγλικά

01

πεδίο μελέτης, κλάδος γνώσης

a branch of knowledge 
subject field definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subject fields
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store