Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stultify
01
καταστέλλω τη δημιουργικότητα, αποθαρρύνω
to make someone lose interest or motivation, typically due to a boring or restrictive routine
Transitive: to stultify sb/sth
Παραδείγματα
The monotonous job stultified his creativity.
Η μονότονη δουλειά κατέστειλε τη δημιουργικότητά του.
02
κάνω κάποιον ή κάτι άχρηστο ή αναποτελεσματικό, ακυρώνω
to make someone or something worthless or ineffective
Transitive: to stultify sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stultify
γ΄ ενικό πρόσωπο
stultifies
ενεστώτα μετοχή
stultifying
απλός αόριστος
stultified
παθητική μετοχή
stultified
Παραδείγματα
His constant interruptions stultified the entire discussion.
Οι συνεχείς διακοπές του κατέστησαν όλη τη συζήτηση αναποτελεσματική.
03
καταστήσω κάποιον ή κάτι γελοίο, καταστήσω κάποιον ή κάτι ηλίθιο
to make someone or something appear as ridiculous, stupid, or absurd
Transitive: to stultify sth
Παραδείγματα
The comedian’s jokes were designed to stultify the pretentiousness of the local elites.
Τα αστεία του κωμικού σχεδιάστηκαν για να γελοιοποιήσουν την επιδεικτικότητα των τοπικών ελίτ.
04
αποφασίζω την ψυχική ακαταλληλότητα, κηρύσσω ανίκανο να αναλάβει ευθύνη
to declare someone mentally unfit or incapable of being held responsible for their actions
Transitive: to stultify sb
Παραδείγματα
The lawyer tried to stultify the defendant by questioning his mental state.
Ο δικηγόρος προσπάθησε να ακυρώσει τον κατηγορούμενο αμφισβητώντας την ψυχική του κατάσταση.



























