Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Student
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
students
Παραδείγματα
They collaborate with other students on group projects.
Συνεργάζονται με άλλους φοιτητές σε ομαδικά έργα.
02
λόγιος, σχολαστικός
a learned person (especially in the humanities); someone who by long study has gained mastery in one or more disciplines
Λεξικό Δέντρο
studentship
student



























