Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Street fighter
01
πολεμιστής του δρόμου, μαχητής του δρόμου
a contestant who is very aggressive and willing to use underhand methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
street fighters
02
δασομάχος, αγωνιστής του δρόμου
someone who learned to fight in the streets rather than being formally trained in the sport of boxing



























