Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
streamlined
01
βελτιστοποιημένος, απλοποιημένος
made more efficient by removing unnecessary elements or steps
Παραδείγματα
The streamlined regulations simplified compliance requirements for businesses, reducing administrative burdens.
Οι απλουστευμένοι κανονισμοί απλοποίησαν τις απαιτήσεις συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις, μειώνοντας τα διοικητικά βάρη.
02
αεροδυναμικός, υδροδυναμικός
designed or arranged to offer the least resistant to air or fluid flow
Παραδείγματα
The streamlined shape of the sports car improved its speed and performance.
Το αεροδυναμικό σχήμα του σπορ αυτοκινήτου βελτίωσε την ταχύτητα και την απόδοσή του.
Λεξικό Δέντρο
streamlined
streamline
stream
line



























