straight off
straight
streɪt
streit
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "straight off"στα αγγλικά

straight off
01

αμέσως, από την αρχή

without any delay or preparation, right at the beginning 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He jumped into the conversation straight off, not waiting for anyone else to speak. 

Μπήκε αμέσως στη συζήτηση, χωρίς να περιμένει κάποιος άλλος να μιλήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store