Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Storage
01
αποθήκευση, αποθήκη
a location, facility or container designed for keeping things safe, secure and organized for future use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storages
Παραδείγματα
We need to find additional storage for the seasonal decorations.
Πρέπει να βρούμε επιπλέον χώρο αποθήκευσης για τις εποχικές διακοσμήσεις.
02
αποθήκευση, αποθήκευση
the action or process of keeping or placing things in a space for safekeeping or later use
Παραδείγματα
The warehouse is used for the storage of goods before they are shipped.
Η αποθήκη χρησιμοποιείται για την αποθήκευση των εμπορευμάτων πριν από την αποστολή τους.
03
αποθήκευση, αποθήκη
a business or service that provides space or facilities for keeping goods and materials
Παραδείγματα
Local storage companies offer both short- and long-term options.
Οι τοπικές εταιρείες αποθήκευσης προσφέρουν τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες επιλογές.
04
μνήμη, αποθήκευση
an electronic device or component used to retain digital data
Παραδείγματα
The computer's storage was upgraded to two terabytes.
Η αποθήκευση του υπολογιστή αναβαθμίστηκε σε δύο τεραμπάιτ.
05
αποθήκευση, αποθήκευση δεδομένων
the keeping of data on a computer, etc.
Παραδείγματα
Cloud storage services allow users to access their files from anywhere with an internet connection.
Οι υπηρεσίες αποθήκευσης στο σύννεφο επιτρέπουν στους χρήστες να έχουν πρόσβαση στα αρχεία τους από οπουδήποτε με σύνδεση στο internet.
Λεξικό Δέντρο
storage
store



























