stopwatch
stop
ˈstɒp
stop
watch
wɒʧ
voch

Ορισμός και σημασία του "stopwatch"στα αγγλικά

01

χρονόμετρο, χρονομετρητής

a watch with a button to stop and start time, used in sport events 
stopwatch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stopwatches
Παραδείγματα
The coach used a stopwatch to time each runner during the track practice. 

Ο προπονητής χρησιμοποίησε ένα χρονόμετρο για να χρονομετρήσει κάθε δρομέα κατά την προπόνηση στο στίβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stopwatch

stop

+

watch

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store