Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stone wall
01
πέτρινος τοίχος, τοίχος από πέτρες
a fence-like structure made of stones or rocks, serving as a boundary or enclosure for a property
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stone walls
02
πέτρινος τοίχος, τοίχος από πέτρες
a structure built using stones or rocks, typically stacked together, to create a solid and enduring barrier



























