Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bermuda shorts
01
Βερμούδες, βερμούδα
a type of knee-length shorts, originated in Bermuda, featuring a tailored cut and often worn as part of a business-casual or smart-casual outfit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Bermuda shorts
Παραδείγματα
He wore Bermuda shorts and a linen shirt to the party.
Φορούσε Βερμούδες και λινό πουκάμισο στο πάρτι.



























