Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Berm
01
μπέρμα, πλευρά του δρόμου
a flat strip or ledge of land, located along the side of a road, typically used for drainage or as a barrier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
berms
Παραδείγματα
The joggers ran on the berm to avoid the busy road.
Οι δρομείς έτρεξαν στο όχθη για να αποφύγουν το πολυσύχναστο δρόμο.
02
μπερμ, ράφι
a narrow ledge or shelf typically at the top or bottom of a slope



























