Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to step in
01
παρεμβαίνω, περιφέρομαι
get involved, so as to alter or hinder an action, or through force or threat of force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step in
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps in
ενεστώτα μετοχή
stepping in
απλός αόριστος
stepped in
παθητική μετοχή
stepped in
02
αντικαθιστώ, υποκαθιστώ
act as a substitute



























