to step in
Pronunciation
/stˈɛp ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "step in"στα αγγλικά

to step in
01

παρεμβαίνω, περιφέρομαι

get involved, so as to alter or hinder an action, or through force or threat of force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step in
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps in
ενεστώτα μετοχή
stepping in
απλός αόριστος
stepped in
παθητική μετοχή
stepped in
02

αντικαθιστώ, υποκαθιστώ

act as a substitute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store