stem cell
stem
stɛm
stem
cell
sɛl
sel

Ορισμός και σημασία του "stem cell"στα αγγλικά

01

βλαστοκύτταρο, αδιαφοροποίητο κύτταρο

(biology) a basic type of cell in a multicellular organism, which develops into different kinds of cells with different functions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stem cells
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store