steed
steed
stid
στιντ
speedsteadstewed

Ορισμός και σημασία του "steed"στα αγγλικά

01

άλογο, πολεμικό άλογο

A strong and fast horse used for riding 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steeds
Παραδείγματα
The warrior mounted his steed and rode toward the castle. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store