steed
steed
stid
στιντ
/stˈiːd/

Ορισμός και σημασία του "steed"στα αγγλικά

01

άλογο, πολεμικό άλογο

A strong and fast horse used for riding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steeds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store