steamship
steam
ˈsti:m
stim
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "steamship"στα αγγλικά

01

ατμόπλοιο, ατμοκίνητο πλοίο

a ship powered by one or more steam engines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steamships
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store