Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steamship
01
ατμόπλοιο, ατμοκίνητο πλοίο
a ship powered by one or more steam engines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steamships
Λεξικό Δέντρο
steamship
steam



























