Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steam locomotive
01
ατμομηχανή, ατμοκίνητο
a locomotive powered by a steam engine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steam locomotives
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ατμομηχανή, ατμοκίνητο