Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stately home
01
ιστορικό σπίτι, επίσημη κατοικία
a historical house in the British countryside, particularly one that can be visited by the public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stately homes
LanGeek



























