starch wheat
starch
stɑ:ʧ
staach
wheat
wi:t
vit

Ορισμός και σημασία του "starch wheat"στα αγγλικά

01

σκληρό κόκκινο σιτάρι με άμυλο, σκληρό κόκκινο σιτάρι που καλλιεργείται ιδιαίτερα στη Ρωσία και τη Γερμανία

hard red wheat grown especially in Russia and Germany; in United States as stock feed 
starch wheat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
starch wheats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store