Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Standpoint
01
άποψη, θέση
an opinion or decision that is formed based on one's belief or circumstances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
standpoints
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
standpoint
stand
point



























