standpipe
stand
ˈstænd
stānd
pipe
paɪp
paip

Ορισμός και σημασία του "standpipe"στα αγγλικά

01

κατακόρυφος σωλήνας, σωλήνας πυρόσβεσης

a vertical pipe or fixture connected to a water supply system, typically equipped with valves or outlets, used for firefighting purposes or as a source of water in buildings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
standpipes
Παραδείγματα
The firefighter connected the hose to the standpipe to quickly access water during the emergency. 

Ο πυροσβέστης συνέδεσε το λάστιχο με τον κατακόρυφο σωλήνα για γρήγορη πρόσβαση στο νερό κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

standpipe

stand

+

pipe

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store