Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Standpipe
01
κατακόρυφος σωλήνας, σωλήνας πυρόσβεσης
a vertical pipe or fixture connected to a water supply system, typically equipped with valves or outlets, used for firefighting purposes or as a source of water in buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
standpipes
Παραδείγματα
The standpipe on the street corner was used to wash cars and clean the sidewalk.
Ο στύλος νερού στη γωνία του δρόμου χρησιμοποιούνταν για το πλύσιμο αυτοκινήτων και τον καθαρισμό του πεζοδρομίου.
Λεξικό Δέντρο
standpipe
stand
pipe



























