Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand still
01
στέκομαι ακίνητος, παραμένω ακίνητος
remain in place; hold still; remain fixed or immobile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
still
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand still
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands still
ενεστώτα μετοχή
standing still
απλός αόριστος
stood still
παθητική μετοχή
stood still



























