Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand firm
01
παραμένω σταθερός, δεν υποχωρώ
to stick to one's opinions; to not move back
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
firm
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand firm
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands firm
ενεστώτα μετοχή
standing firm
απλός αόριστος
stood firm
παθητική μετοχή
stood firm
02
παραμένω ανένδοτος, αντιστέκομαι
stand up or offer resistance to somebody or something



























