Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stack up
01
στοιβάζω, παρατάσσω
to neatly arrange objects, usually in a vertical arrangement, forming piles
Transitive: to stack up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
stack
ενεστώτας
stack up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stacks up
ενεστώτα μετοχή
stacking up
απλός αόριστος
stacked up
παθητική μετοχή
stacked up
Παραδείγματα
The librarian worked diligently to stack up the returned books in their designated places on the shelves.
Ο βιβλιοθηκάριος εργάστηκε επιμελώς για να στοιβάξει τα επιστραφέντα βιβλία στις καθορισμένες θέσεις τους στα ράφια.
02
στοιβάζομαι, παίρνω σειρά στον αέρα
(of aircraft) to fly over an airport at different heights, waiting for specific landing instructions
Intransitive
Transitive: to stack up an aircraft
Παραδείγματα
Due to heavy air traffic, planes had to stack up over the airport, causing delays in landing.
Λόγω της έντονης αεροπορικής κυκλοφορίας, τα αεροπλάνα έπρεπε να στοιβάζονται πάνω από το αεροδρόμιο, προκαλώντας καθυστερήσεις στην προσγείωση.



























