square root
square
skwɛə
skveē
root
ru:t
root

Ορισμός και σημασία του "square root"στα αγγλικά

01

τετραγωνική ρίζα, ρίζα

a number that produces a particular number when multiplied by itself 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
square roots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store