Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spud
01
πατάτα, γημηλοπεδό
a potato
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spuds
Παραδείγματα
My brother taught me the best way to cook spuds over the campfire.
Ο αδερφός μου μου έμαθε τον καλύτερο τρόπο να μαγειρεύω πατάτες στη φωτιά της κατασκήνωσης.
02
ένα κοφτερό χεροπέλεκο για το σκάψιμο ριζών και ζιζανίων, ένα κοφτερό εργαλείο για την αφαίρεση ριζών και ζιζανίων
a sharp hand shovel for digging out roots and weeds
03
σπαδ, παιχνίδι σπαδ
a children's game in which players throw a ball in the air and must avoid being hit by it, or they receive a letter toward the word "spud"
to spud
01
βλαστάνω, φυτρώνω
produce buds, branches, or germinate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spud
γ΄ ενικό πρόσωπο
spuds
ενεστώτα μετοχή
spudding
απλός αόριστος
spudded
παθητική μετοχή
spudded
02
ξεκινώ τις εργασίες γεώτρησης, αρχίζω τη γεώτρηση
initiate drilling operations, as for petroleum



























