spruce
spruce
sprus
sproos
deducemisusedisuseexcuse

Ορισμός και σημασία του "spruce"στα αγγλικά

01

κομψός, καλοντυμένος

smart, stylish, and well-groomed in appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sprucest
συγκριτικός βαθμός
sprucer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He looked spruce in his tailored suit. 

Φαινόταν κομψός στο ραμμένο στο μέτρο του κοστούμι.

01

ελάτη, έλατο

a type of evergreen conifer tree with needle‑like leaves and cones, belonging to the genus Picea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spruces
Παραδείγματα
A tall spruce shaded the cabin from the summer sun. 

Ένα ψηλό ελάτη σκίαζε την καλύβα από τον καλοκαιρινό ήλιο.

1.1

ξύλο ελάτης, ξύλο από ελάτη

the pale, lightweight, and moderately strong timber obtained from spruce trees, often used in construction and carpentry 
Παραδείγματα
The carpenter chose spruce for the window frames. 

Ο ξυλουργός επέλεξε ελάτη για τα πλαίσια των παραθύρων.

to spruce
01

στολίζομαι, καλλωπίζομαι

to dress and groom oneself with special care, often for an event or occasion 
Intransitive: to spruce
Transitive: to spruce oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spruce
γ΄ ενικό πρόσωπο
spruces
ενεστώτα μετοχή
sprucing
απλός αόριστος
spruced
παθητική μετοχή
spruced
Παραδείγματα
He spruced himself before the wedding reception. 

Είχε στολίσει τον εαυτό του πριν από τη γαμήλια δεξίωση.

02

τακτοποιώ, διακοσμώ

to make something neat, tidy, and visually appealing 
Transitive: to spruce sth
Παραδείγματα
They spruced the garden before guests arrived. 

Αυτοί διακόσμησαν τον κήπο πριν φτάσουν οι επισκέπτες.

Λεξικό Δέντρο

sprucely
spruceness
spruce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store