spruce
Pronunciation
/ˈspɹus/

Ορισμός και σημασία του "spruce"στα αγγλικά

01

κομψός, καλοντυμένος

smart, stylish, and well-groomed in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sprucest
συγκριτικός βαθμός
sprucer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His spruce appearance impressed the board members.
Η καθαρισμένη εμφάνισή του εντυπωσίασε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
01

ελάτη, έλατο

a type of evergreen conifer tree with needle‑like leaves and cones, belonging to the genus Picea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spruces
Παραδείγματα
Spruce cones littered the forest floor.
Οι κώνες της ελάτης σκεπαζαν το δάπεδο του δάσους.
1.1

ξύλο ελάτης, ξύλο από ελάτη

the pale, lightweight, and moderately strong timber obtained from spruce trees, often used in construction and carpentry
Παραδείγματα
Spruce wood is prized for making musical instruments.
Το ξύλο ελάτης εκτιμάται για την κατασκευή μουσικών οργάνων.
to spruce
01

στολίζομαι, καλλωπίζομαι

to dress and groom oneself with special care, often for an event or occasion
Intransitive: to spruce
Transitive: to spruce oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spruce
γ΄ ενικό πρόσωπο
spruces
ενεστώτα μετοχή
sprucing
απλός αόριστος
spruced
παθητική μετοχή
spruced
Παραδείγματα
She spruced for the interview to make a strong impression.
Εκείνη στολίστηκε για τη συνέντευξη για να κάνει μια δυνατή εντύπωση.
02

τακτοποιώ, διακοσμώ

to make something neat, tidy, and visually appealing
Transitive: to spruce sth
Παραδείγματα
The shop was spruced to attract more customers.
Το κατάστημα τακτοποιήθηκε για να προσελκύσει περισσότερους πελάτες.

Λεξικό Δέντρο

sprucely
spruceness
spruce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store