Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spring-cleaning
01
ανοιξιάτικο καθάρισμα, μεγάλο ανοιξιάτικο καθάρισμα
the act of thoroughly cleaning a room or house, especially in the beginning of spring and including parts one does not usually clean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spring-cleanings
Παραδείγματα
During spring cleaning, we scrubbed the floors, cleaned out the garage, and reorganized the closets.
Κατά τη διάρκεια της ανοιξιάτικης καθαριότητας, τρίψαμε τα πάτωμα, καθαρίσαμε το γκαράζ και αναδιοργανώσαμε τις ντουλάπες.



























