Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sportsman
01
αθλητής, άνδρας του αθλητισμού
a man who participates in a sport professionally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sportsmen
Παραδείγματα
A good sportsman accepts both victory and defeat gracefully.
Ένας καλός αθλητής δέχεται τόσο τη νίκη όσο και την ήττα με χάρη.
Λεξικό Δέντρο
sportsmanlike
sportsmanship
sportsman



























