sportsman
Pronunciation
/ˈspɔrtsmən/

Ορισμός και σημασία του "sportsman"στα αγγλικά

01

αθλητής, άνδρας του αθλητισμού

a man who participates in a sport professionally
sportsman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sportsmen
Παραδείγματα
A good sportsman accepts both victory and defeat gracefully.
Ένας καλός αθλητής δέχεται τόσο τη νίκη όσο και την ήττα με χάρη.

Λεξικό Δέντρο

sportsmanlike
sportsmanship
sportsman
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store