Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spokeswoman
01
εκπρόσωπος τύπου, αντιπρόσωπος
a woman who speaks on behalf of a group, organization, or cause to convey information, address concerns, or represent their interests
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spokeswomen
Παραδείγματα
The spokeswoman praised the team's efforts in the recent project report.
Η εκπρόσωπος τύπου επαίνεσε τις προσπάθειες της ομάδας στην πρόσφατη έκθεση του έργου.



























