spinal
spi
ˈspaɪ
spai
nal
nəl
nēl
spiralspinel

Ορισμός και σημασία του "spinal"στα αγγλικά

01

σπονδυλικός, σχετικός με τη σπονδυλική στήλη

relating to or forming the spine 
spinal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Spinal injuries can result in paralysis or loss of sensation below the injury site. 

Οι σπονδυλικές κακώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε παράλυση ή απώλεια αίσθησης κάτω από τον τόπο της κακώσης.

01

ραχιαία αναισθησία, αναισθησία της σπονδυλικής στήλης

anesthesia of the lower half of the body; caused by injury to the spinal cord or by injecting an anesthetic beneath the arachnoid membrane that surrounds the spinal cord 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spinels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store