spermatic
sper
spə
σπα
ma
ˈmæ
μαι
tic
tɪk
τικ
lymphaticprismaticrheumaticschematic

Ορισμός και σημασία του "spermatic"στα αγγλικά

01

σπερματικός, σχετικός με το σπέρμα

relating to semen or reproductive fluid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, medicine, reproduction
Παραδείγματα
The lab analyzed the spermatic sample for fertility testing. 

Το εργαστήριο ανέλυσε το σπερματικό δείγμα για τη δοκιμή γονιμότητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spermatic
sperm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store