Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spendthrift
01
σπάταλος, δαπανηρός
an individual who is in the habit of spending money in a careless and wasteful way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spendthrifts
Παραδείγματα
The spendthrift lifestyle was unsustainable and eventually caught up with him.
Ο σπάταλος τρόπος ζωής ήταν μη βιώσιμος και τελικά τον έφτασε.
spendthrift
01
σπάταλος, δαπανηρός
marked by extravagant and often wasteful use of resources or money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spendthrift
συγκριτικός βαθμός
more spendthrift
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In a spendthrift display of generosity, she surprised her friends with thoughtful and personalized gifts.
Σε μια σπάταλη επίδειξη γενναιοδωρίας, εξέπληξε τους φίλους της με προσεγμένα και εξατομικευμένα δώρα.
Λεξικό Δέντρο
spendthrift
spend
thrift



























