Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Speed trap
01
παγίδα ταχύτητας, έλεγχος ταχύτητας
a place where police officers measure the speed of vehicles and issue tickets to those exceeding the speed limit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speed traps
Παραδείγματα
He got a ticket after driving through a speed trap.
Πήρε κλήση αφού οδήγησε μέσα από παγίδα ταχύτητας.



























