Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
speechless
01
άφωνος, βουβός
unable to speak for a short time, particularly as a result of surprise, shock, or anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most speechless
συγκριτικός βαθμός
more speechless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beauty of the sunset rendered him speechless for a moment.
Η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος τον άφησε άφωνο για μια στιγμή.
Λεξικό Δέντρο
speechlessly
speechlessness
speechless
speech



























