Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
speechless
01
άφωνος, βουβός
unable to speak for a short time, particularly as a result of surprise, shock, or anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most speechless
συγκριτικός βαθμός
more speechless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was left speechless when she saw the breathtaking view from the mountaintop.
Έμεινε άφωνη όταν είδε την εντυπωσιακή θέα από την κορυφή του βουνού.
Λεξικό Δέντρο
speechlessly
speechlessness
speechless
speech



























