special education
spe
ˈspɛ
spe
cial
ˌʃəl
shēl
e
ɛ
e
du
ʤʊ
joo
ca
keɪ
kei
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "special education"στα αγγλικά

Special education
01

ειδική εκπαίδευση, ειδική διδασκαλία

the education of children with special needs, especially those who have physical or learning problems 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The school offers special education programs for children who need extra help with learning. 

Το σχολείο προσφέρει προγράμματα ειδικής εκπαίδευσης για παιδιά που χρειάζονται επιπλέον βοήθεια στην μάθηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store