Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Speaking
01
ομιλία, ορθολογία
the act of producing speech in a way that is comprehensible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
speakings
02
ομιλία, αγόρευση
delivering an address to a public audience
speaking
01
ομιλών, προφορικός
capable of or involving speech or speaking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most speaking
συγκριτικός βαθμός
more speaking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, ability, language
speaking
01
ναι, εγώ είμαι
used when answering the phone to let the caller know that the person they are trying to reach is on the line
Παραδείγματα
"Good morning! Is this John?" "Yes, speaking. Who’s calling?"
"Καλημέρα! Είναι ο John;" "Ναι, μιλάω. Ποιος καλεί;"
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
speaking
speak



























