speaking
Pronunciation
/ˈspikɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "speaking"στα αγγλικά

01

ομιλία, ορθολογία

the act of producing speech in a way that is comprehensible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ομιλία, αγόρευση

delivering an address to a public audience
01

ομιλών, προφορικός

capable of or involving speech or speaking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most speaking
συγκριτικός βαθμός
more speaking
διαβαθμίσιμο
01

ναι, εγώ είμαι

used when answering the phone to let the caller know that the person they are trying to reach is on the line
Παραδείγματα
" Can I speak to the manager? " " Speaking, who is this? "
"Μπορώ να μιλήσω με τον διαχειριστή;" "Εδώ, ποιος είναι;"
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store