speakerphone
spea
ˈspi:
spi
ker
phone
fəʊn
fewn

Ορισμός και σημασία του "speakerphone"στα αγγλικά

01

ηχείο, ασύρματη συσκευή

a telephone with a microphone and a loudspeaker that can be used without the need to be hold near one's ear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
speakerphones
Παραδείγματα
We used the speakerphone during the meeting so everyone in the room could hear the conversation. 

Χρησιμοποιήσαμε το ηχείο κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ώστε όλοι στην αίθουσα να μπορούν να ακούσουν τη συζήτηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

speakerphone

speaker

+

phone

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store