Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speak out
01
εκφράζομαι, μιλάω ανοιχτά
to confidently share one's thoughts or feelings without any hesitation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
speak
ενεστώτας
speak out
γ΄ ενικό πρόσωπο
speaks out
ενεστώτα μετοχή
speaking out
απλός αόριστος
spoke out
παθητική μετοχή
spoken out
Παραδείγματα
Employees should feel empowered to speak out about workplace concerns.
Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αισθάνονται ενδυναμωμένοι να εκφραστούν για ανησυχίες στον χώρο εργασίας.



























