Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speak out
[phrase form: speak]
01
εκφράζομαι, μιλάω ανοιχτά
to confidently share one's thoughts or feelings without any hesitation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
speak
ενεστώτας
speak out
γ΄ ενικό πρόσωπο
speaks out
ενεστώτα μετοχή
speaking out
απλός αόριστος
spoke out
παθητική μετοχή
spoken out
Παραδείγματα
She always speaks out against discrimination.
Αυτή πάντα μιλάει ενάντια στον διαχωρισμό.



























