spare tire
spare
speə
spe
tire
taɪə
taie
spare tyre

Ορισμός και σημασία του "spare tire"στα αγγλικά

01

εφεδρική ρόδα, εφεδρικό ελαστικό

an extra tire kept in a vehicle for use in case one of the main tires becomes flat or damaged 
spare tire definition and meaning
Παραδείγματα
He pulled over to change the flat tire with the spare tire from the trunk. 

Σταμάτησε για να αλλάξει το σκασμένο λάστιχο με το εφεδρικό λάστιχο από το πορτμπαγκάζ.

02

εφεδρικό ελαστικό, παραπανίσιο λίπος

a large excess of fat in the middle part of someone's body 
χιουμοριστικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spare tires
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store