Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spare time
01
ελεύθερος χρόνος, διασκέδαση
time available for hobbies and other activities that you enjoy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ελεύθερος χρόνος, διασκέδαση
time that is free from duties or responsibilities
LanGeek



























