Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
belted
01
ζωσμένος, με ζώνη
secured or drawn in by a belt, marked with a distinct strip or band, or wearing a belt as a sign of rank or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most belted
συγκριτικός βαθμός
more belted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, fashion, appearance
Παραδείγματα
She wore a belted dress that accentuated her waist.
Φορούσε ένα ζωστό φόρεμα που έδειχνε τη μέση της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unbelted
belted
belt



























