Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Space station
01
διαστημικός σταθμός, διαστημική βάση
a large structure used as a long-term base for people to stay in space and conduct research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
space stations
Παραδείγματα
The space station's modules are equipped with living quarters, laboratories, and observation windows.
Οι μονάδες του διαστημικού σταθμού είναι εξοπλισμένες με χώρους διαβίωσης, εργαστήρια και παρατηρητήρια παράθυρα.



























