Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soybean
01
σόγια, φασόλι σόγιας
a type of plant in the legume family that is high in protein and used in a variety of foods such as tofu and soy milk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soybeans
Παραδείγματα
Soybeans grow well in warm climates with rich soil.
Τα φασόλια σόγιας αναπτύσσονται καλά σε ζεστά κλίματα με πλούσιο έδαφος.
02
σόγια, φασόλι σόγιας
a source of oil; used for forage and soil improvement and as food
Λεξικό Δέντρο
soybean
soy
bean



























