sower
sower
səʊə
sewe
showersoberslowersewer

Ορισμός και σημασία του "sower"στα αγγλικά

01

σπορέας, σπορέας

a person who puts seeds into the ground for crops to grow 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sowers
Παραδείγματα
The sower walked across the field with a bag of seeds. 

Ο σπορέας περπάτησε στο χωράφι με ένα σακί σπόρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store