belly
be
ˈbɛ
be
lly
li
li
belaybullybillybally

Ορισμός και σημασία του "belly"στα αγγλικά

01

κοιλιά, στομάχι

the front part of the body below the ribs that contains the stomach, intestines, etc. 
belly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bellies
Παραδείγματα
After a large meal, he rested his hands on his full belly and sighed contentedly. 

Μετά από ένα μεγάλο γεύμα, άφησε τα χέρια του στο γεμάτο στομάχι του και αναστέναξε με ικανοποίηση.

02

κοιλιά, στομάχι

a protruding or rounded abdomen 
Παραδείγματα
The man had a large belly from years of inactivity. 

Ο άντρας είχε ένα μεγάλο στομάχι λόγω χρόνων αδράνειας.

03

κοιλιά, στομάχι

any part of an object or structure that bulges deeply outward 
Παραδείγματα
The ship's belly was damaged in the collision. 

Η κοιλιά του πλοίου υπέστη ζημιά στη σύγκρουση.

04

κοιλιά, στομάχι

the underside of certain vertebrates, such as fish, snakes, or other animals 
Παραδείγματα
The snake's belly slid smoothly across the ground. 

Η κοιλιά του φιδιού γλίστρησε ομαλά στο έδαφος.

05

κοιλιά, κοιλότητα

the hollow or interior of a container or structure 
Παραδείγματα
The ship's belly was filled with cargo. 

Η κοιλιά του πλοίου ήταν γεμάτη φορτίο.

to belly
01

φουσκώνω, κυρτώνω

to move or push something in a way that causes it to swell, bulge, or curve outward, often like a belly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
belly
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellies
ενεστώτα μετοχή
bellying
απλός αόριστος
bellied
παθητική μετοχή
bellied
Παραδείγματα
The wind caused the tent to belly under its pressure. 

Ο άνεμος έκανε τη σκηνή να φουσκώσει υπό την πίεσή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store