Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Belly
01
κοιλιά, στομάχι
the front part of the body below the ribs that contains the stomach, intestines, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bellies
Παραδείγματα
After a large meal, he rested his hands on his full belly and sighed contentedly.
Μετά από ένα μεγάλο γεύμα, άφησε τα χέρια του στο γεμάτο στομάχι του και αναστέναξε με ικανοποίηση.
02
κοιλιά, στομάχι
a protruding or rounded abdomen
Παραδείγματα
The man had a large belly from years of inactivity.
Ο άντρας είχε ένα μεγάλο στομάχι λόγω χρόνων αδράνειας.
03
κοιλιά, στομάχι
any part of an object or structure that bulges deeply outward
Παραδείγματα
The ship's belly was damaged in the collision.
Η κοιλιά του πλοίου υπέστη ζημιά στη σύγκρουση.
04
κοιλιά, στομάχι
the underside of certain vertebrates, such as fish, snakes, or other animals
Παραδείγματα
The snake's belly slid smoothly across the ground.
Η κοιλιά του φιδιού γλίστρησε ομαλά στο έδαφος.
05
κοιλιά, κοιλότητα
the hollow or interior of a container or structure
Παραδείγματα
The ship's belly was filled with cargo.
Η κοιλιά του πλοίου ήταν γεμάτη φορτίο.
to belly
01
φουσκώνω, κυρτώνω
to move or push something in a way that causes it to swell, bulge, or curve outward, often like a belly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
belly
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellies
ενεστώτα μετοχή
bellying
απλός αόριστος
bellied
παθητική μετοχή
bellied
Παραδείγματα
The wind caused the tent to belly under its pressure.
Ο άνεμος έκανε τη σκηνή να φουσκώσει υπό την πίεσή του.
Λεξικό Δέντρο
bellyless
underbelly
belly



























